Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Έγκωμης
Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Έγκωμης Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Έγκωμης
  • Αρχική
  • Ενορία
    • Νέος Ναός
    • Παλαιός Ναός
    • Ιερατείο
    • Ιεροψάλτες
    • Επιτρόποι
    • Ανακοινώσεις
  • Άγιος Νικόλαος
    • Ομιλίες για τον Άγιο Νικόλαο
    • Ταινίες για τον Άγιο Νικόλαο
    • Βίος Αγίου Νικολάου
    • Απολυτίκιο / Κοντάκιο
    • Παρακλητικός Κανόνας
  • Κατασκηνώσεις
  • Ομιλίες
  • Δραστηριότητες
    • Χριστιανικός Σύνδεσμος Γυναικών
    • Ίδρυμα Φίλων Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
    • Συνάξεις Νέων / Ζευγαριών
    • Πασχαλινό Εργαστήρι
    • Εκδηλώσεις
    • Εκδρομές
  • Βίοι Αγίων
  • Επίκαιρα
  • Ανθολόγιο

Ανθολόγιο

Οἰκοδομῶντας τὸν Ναὸ τοῦ Θεοῦ μέσα μας

church6

Ζάχαρου Ζαχαρίας
Ἀρχιμανδρίτης

Τὴν Δευτέρα 15 Ἀπριλίου ὁ π. Ζαχαρίας, ἐπισκεπτόμενος τὴν Ναύπακτο καὶ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Βομβοκοὺς τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Πνευματικός, ὁμίλησε στὴν Σύναξη τῆς Δευτέρας, ἀντὶ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε στὴν Κρήτη. Τὸ κείμενο τῆς ἐνδιαφέρουσας ὁμιλίας του π. Ζαχαρία δημοσιεύουμε κατωτέρω.

Ἀκόμη καὶ ὅταν βρισκόμαστε γιὰ πολλὰ χρόνια «ἐπὶ τῆς ὁδοῦ», καὶ πάλι δὲν πρέπει νὰ χαλαρώσουμε. Οἱ Πατέρες συνήθιζαν νὰ λένε ὅτι κάθε μέρα πρέπει νὰ βάζουμε μιὰ καινούργια ἀρχὴ καὶ νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ βοήθεια γιὰ νὰ κάνουμε αὐτὴν τὴν καινούργια ἀρχή. Ὅταν ἔχουμε μιὰ τέτοια στάση καὶ προσευχόμαστε γιὰ νὰ κάνουμε μιὰ καινούργια ἀρχή, τότε αὐτὸ σημαίνει ὅτι βρισκόμαστε στὴν ἀρχὴ τῆς σωτηρίας. Ἐὰν κάθε μέρα ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ κάνουμε μιὰ καινούργια ἀρχὴ καὶ ἐμεῖς κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε, τότε αὐτὸ σημαίνει ὅτι βρισκόμαστε στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν σωτηρία. Ἔτσι, «ἠρξαίμην ποτὲ τῇ εὐδοκίᾳ Σου».

Εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ ἐξετάζουμε τοὺς ἑαυτούς μας γιὰ νὰ δοῦμε κατὰ πόσον ἴσως ἔχουμε χαλαρώσει, κατὰ πόσον ἔχουμε πέσει σὲ ἀμέλεια. Δὲν ἀρκεῖ τὸ νὰ ἀπέχουμε ἀπὸ τὸ κακό, πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε καὶ τὸ ἀγαθό. Δὲν ἀρκεῖ τὸ νὰ ἔχουμε μιὰ ψυχολογικὴ εἰρήνη, πρέπει νὰ ἀποκτήσουμε τὴν πνευματικὴ εἰρήνη πού προέρχεται ἀπὸ τὸ «περισσὸν» τῆς παρακλήσεως πού μᾶς δίνει ὁ Θεός. Ἀκοῦμε στὴν Παραβολὴ τῶν Ταλάντων νὰ κατακρίνεται ὁ ὀκνηρὸς δοῦλος, ὄχι ἐπειδὴ ἔκανε κάτι κακό -μάλιστα εἶχε φυλάξει καὶ τὸ τάλαντο πού τοῦ εἶχε δώσει ὁ κύριός του -, ἀλλὰ καταδικάζεται ἐπειδὴ δὲν τὸ πολλαπλασίασε, δὲν ἐργάστηκε μὲ αὐτό, δὲν ἔδειξε ζῆλο. Τὸ νὰ ἔχουμε ζῆλο εἶναι πολὺ σημαντικό.

Βρισκόμαστε ὅλοι «ἐπὶ τῆς ὁδοῦ» καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς ὀνομάζεται «ἡ Ὁδός». Διαβάζουμε ὅτι ὁ Ἀπ. Παῦλος πήγαινε στὴν Ἀντιόχεια γιὰ νὰ συλλάβῃ ὅλους ἐκείνους πού ἦταν «ἐπὶ τῆς ὁδοῦ», «ὅπως ἐὰν τινας εὕρη τῆς ὁδοῦ ὄντας» (Πρ. θ’ 2), τῆς ὁδοῦ τοῦ Ἰησοῦ, τῆς ὁδοῦ τοῦ νέου Προφήτη πού ἀποκαλοῦσε τὸν Ἑαυτό του Μεσσία, Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Βεβαίως, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε «ἐγὼ εἰμί ἡ ὁδὸς» (Ιω. ἰδ’, 6) καὶ εἶναι σημαντικὸ νὰ γνωρίζουμε τὴν δική Του ὁδό. Γνωρίζουμε ὅτι τὸ «σημεῖο» τῆς ὁδοῦ τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ταπείνωση, ἐπειδὴ ἡ ὁδός Του εἶναι ὁδὸς καταβάσεως ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μέχρις ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀκόμη περισσότερο μέχρι τὰ κατώτατα μέρη τῆς γῆς. Ἑπομένως, καὶ ἐμεῖς γινόμαστε ὅμοιοι μὲ τὸν Κύριο, μόνον ὅταν ταπεινώσουμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ὄχι ὅταν ἔχουμε ὑπερηφάνεια.

Ὅλοι οἱ λόγοι πού ἐκπορεύονται ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου εἶναι λόγοι ταπεινώσεως καὶ τὸν λόγο πού δεχόμαστε ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὅταν τὸν ἐφαρμόσουμε στὴν ζωή μας, κατεργάζεται μέσα μας πνεῦμα ταπεινώσεως καὶ προετοιμάζει τὴν καρδιὰ γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ δεχθῇ τὸ ἔλεός Του, ὅπως Ἐκεῖνος εἶπε: «ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν. οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Μάτθ. θ’, 13), δηλαδή, «δὲν θέλω ἐξωτερικὲς λατρευτικὲς πράξεις εὐσεβισμοῦ, θέλω ἡ καρδιά σας νὰ μπορῇ νὰ ἀνοίξῃ γιὰ νὰ δεχθῇ τὸ ἔλεός μου».

Ὁ Κύριος ἦλθε γιὰ τοὺς ἀδυνάτους καὶ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ὄχι γιὰ ὅσους εἶναι αὐτάρκεις καὶ ἱκανοποιημένοι μὲ τοὺς ἑαυτούς τους. Μὲ ἄλλα λόγια, γιὰ νὰ πορευθοῦμε τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου πρέπει νὰ ἔχουμε πνευματικὸ ζῆλο. Ὁ πνευματικὸς ζῆλος εἶναι κάτι πολὺ παράδοξο, ὅπως καὶ ὅλα ὅσα ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὸν Θεό μας εἶναι παράδοξα, καὶ τὸ Εὐαγγέλιό Του εἶναι ἕνα παράδοξο Εὐαγγέλιο, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν εἶναι κατὰ ἄνθρωπον, εἶναι ἀπὸ ἕναν ἄλλον κόσμο.Ο Ἀπ. Παῦλος λέει ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι κατὰ ἄνθρωπον «τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ‘ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γάλ. α’ 11-12).

Ἔτσι, λοιπόν, τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μᾶς βάζουν μέσα στὴν δική Του ὁδό. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ μποῦμε καὶ πάλι στὴν δική Του ὁδό, ὅσο μακριὰ καὶ ἂν βρισκόμαστε, ἀρκεῖ νὰ βρεθοῦμε καὶ πάλι μέσα στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ὁδὸς καὶ Ἐκεῖνος θὰ γίνη καὶ ὁ δικός μας συνοδοιπόρος. Στὴν παραβολὴ τῶν ταλάντων εἴδαμε ὅτι ἐκεῖνος πού δέχθηκε πέντε τάλαντα ἐργάσθηκε καὶ «ἐποίησεν» ἄλλα πέντε καὶ ἐκεῖνος πού ἔλαβε δύο ἐργάσθηκε καὶ κέρδισε καὶ ἄλλα δύο. Καὶ στοὺς δύο δόθηκε ὁ ἴδιος ἔπαινος, ἡ ἴδια ἀνταμοιβή, ἐπειδὴ ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία εἶναι νὰ αὐξηθοῦμε μέσα στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου καὶ ἔτσι νὰ εἰσέλθουμε στὴν αἰώνια αὔξησή μας ἐν τῷ Θεῷ. Στὴν πρὸς Κολοσσαεὶς ἐπιστολή του ὁ Ἀπ. Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν αἰώνια αὔξηση «τὴν αὔξησιν τοῦ Θεοῦ» (Κόλ. β’ 19).

Πρέπει νὰ ἐξασκηθοῦμε σὲ αὐτὴν τὴν ὁδὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς καθοδηγεῖ λέγοντάς μας: « Δεῦτε πρὸς μὲ καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Μάτθ. ια’, 28-29). Δὲν εἶπε: «Δεῦτε πρὸς με, ὅτι παντοδύναμος καὶ πάνσοφος εἰμί», ἀλλὰ «ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ». Αὐτοὶ εἶναι οἱ δύο ἀπαραίτητοι ὅροι, νὰ εἴμαστε πρᾶοι καὶ ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ νεκρώσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, νὰ νεκρώσουμε τὸν παλαιὸ ἑαυτό μας πού «ἀπ’ ἀρχῆς» ἐξεγείρεται ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Πρέπει, λοιπόν, νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο ταπείνωση καὶ πραότητα.

Καὶ οἱ νόμοι πού μᾶς κατευθύνουν σὲ αὐτὴν τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου εἶναι οἱ Μακαρισμοί. Οἱ Μακαρισμοὶ εἶναι ἡ περίληψη ὁλοκλήρου τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἀπαρτίζουν τὴν νομοθεσία πού μᾶς κατευθύνει στὴν ὁδό. Ἀκόμη καὶ ὅταν μελετοῦμε ἀνώτερα Μαθηματικά, πρέπει νὰ θυμόμαστε καὶ τὴν ἁπλὴ ἀριθμητική, ὅτι ἕνα καὶ ἕνα κάνουν δύο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ βάση τῆς νομοθεσίας τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἡ πνευματικὴ πτωχεία «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Μάτθ. ε’, 3). Πάνω ἀπ’ ὅλα πρέπει νὰ ἔχουμε συναίσθηση τῆς μηδαμινότητάς μας, τῆς πτωχείας μας, τῆς ἀχρειότητάς μας, γιατί τότε μπορεῖ νὰ ποθήσουμε νὰ βγοῦμε πάνω ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ὁ πρῶτος Μακαρισμός, ἀποτελεῖ καὶ τὸ θεμέλιο τῆς ζωῆς μας, πού εἶναι ταπείνωση καὶ αὐταπάρνηση, δηλαδή, τὸ νὰ ἀποδεχτοῦμε τὴν μηδαμινότητά μας, τὴν ἀμαρτωλότητά μας, τὴν ἀχρειότητά μας, ποῦ εἶναι μία πραγματικότητα καὶ νὰ τὰ ξεπεράσουμε.

Αὐτὰ εἶναι τὰ θεμέλια τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Βεβαίως, ὅταν ἔχουμε τέτοια στερεὰ θεμέλια, τότε ἀρχίζουμε νὰ χτίζουμε πάνω σὲ αὐτὰ καὶ ἀμέσως ἀκολουθεῖ ὁ δεύτερος Μακαρισμός, ὁ δεύτερος νόμος πού διέπει τὴν ὁδὸ τοῦ Θεοῦ, πού λέει «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, (οἱ κλαίοντες λέει ὁ Λουκᾶς) ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Μάτθ. ε’, 4). Βέβαια, ἐκεῖνοι πού ἔθεσαν τὰ σωστὰ θεμέλια καὶ στέκουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μεμφόμενοι τοὺς ἑαυτούς τους ὡς ἀχρείους καὶ ἀναξίους ἐξ αἰτίας τῆς ἀθλιότητάς τους, σίγουρα θὰ χύνουν δάκρυα, σίγουρα θὰ θρηνοῦν τὸν νεκρὸ πού φέρουν μέσα τους, ὁ ὁποῖος νεκρὸς εἶναι ἡ καρδιὰ μας πού στερεῖται τῆς αἰσθήσεως τοῦ Θεοῦ. Φέρουμε μέσα μας ἕνα πτῶμα. Ἐὰν δὲν ζωοποιηθῇ ἡ καρδιά μας μὲ τὴν αἴσθηση τοῦ Θεοῦ, νομίζουμε ὅτι εἴμαστε ζωντανοί -ἔχουμε μία ἀντλία μέσα μας πού στέλνει αἷμα, ἀλλά, ὅμως, ἐκεῖνο πού πραγματικὰ φέρουμε μέσα μας εἶναι ἕνα πτῶμα. Ἡ καρδιά μας εἶναι ζωντανή, μόνον ὅταν ἔχουμε τὴν «εἰρήνην τὴν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν» (Βλ. Φιλιπ.δ’, 7), ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καὶ τὴν γλυκύτητα τῆς θείας παρακλήσεως.

Ἀρχίσαμε νὰ χτίζουμε πάνω σὲ αὐτὸ τὸ μονοπάτι, «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται». Καὶ ἂν δὲν παρηγορηθοῦμε σὲ αὐτὴν τὴν ζωή, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε πρόοδο, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ δράμουμε τὴν ὁδὸ τῶν ἐντολῶν Του, ἐπειδὴ εἶναι ἡ δική Του παρηγοριὰ πού μᾶς ἐνδυναμώνει γιὰ νὰ δράμουμε τὴν ὁδόν Του.

«Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως, ὁ παρακαλῶν ἡμᾶς ἐν πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν, εἰς τὸ δύνασθαι ἡμᾶς παρακαλεῖν τοὺς ἐν πάσῃ θλίψει διὰ τῆς παρακλήσεως ἧς παρακαλούμεθα αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ» (Β’Κορ. α’, 3)

Ἡ παρηγοριὰ πού μᾶς δίδεται εἶναι κατὰ τὸ μέτρο τῶν θλίψεων πού βαστάζουμε (Βλ. Β’ Κόρ. α’, 5). Μέσα σὲ πέντε στίχους ὁ Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ δέκα φορὲς τὴ λέξη παράκληση ἢ παρηγοριά. Καὶ εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητο γιὰ ἐμᾶς νὰ ἔχουμε αὐτὴν τὴν παρηγοριά, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ σταθοῦμε στὴν μοναχικὴ ζωὴ ἔναντι τῶν ἐπιθέσεων τοῦ ἐχθροῦ, καὶ γιὰ νὰ ἔχουμε ἔμπνευση νὰ δράμουμε τὴν ὁδὸν χαίροντες. Δὲν ὑπάρχει καμία χαρὰ στὴ ζωή μας, ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ τρέξουμε τὴν ὁδὸ μὲ προθυμία.

Ὁ λόγος πού τὰ λέω ὅλα αὐτὰ εἶναι γιὰ νὰ δείξω ὅτι μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν Μακαρισμῶν ἡ ταπείνωση πού ἐμπεριέχεται μέσα τους μεταδίδεται καὶ σὲ ἐμᾶς. Καὶ συνεχίζει, «Μακάριοι οἱ πραεὶς ὅτι αὐτοὶ κατακληρονομήσουσι τὴν γῆν» (Μάτθ. ε’, 5). Πραότητα εἶναι, ὅπως συνήθιζε νὰ λέῃ ὁ Γέροντας, αὐτὸ πού ἐκφράζει στὴν Κλίμακα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, τὸ νὰ παραμένῃ ἀσάλευτος ὁ ἄνθρωπος εἴτε τὸν προσβάλουν εἴτε τὸν ἐπαινοῦν. Καὶ τὰ δύο εἶναι δύσκολα. Ἐὰν καὶ στὶς δύο περιπτώσεις παραμένουμε οἱ ἴδιοι, αὐτὸ εἶναι πραότητα. Αὐτοί, λοιπόν, πού εἶναι πραεὶς καὶ ἔχουν πάντοτε εἰρήνη, θὰ κληρονομήσουν τὴν γῆ, θὰ κατέχουν, δηλαδή, τὴν καρδιά τους. Ὁ Γέροντας συχνὰ χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο γῆ, ὅταν ἀναφέρεται στὴν καρδιά : «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Μάτθ. στ’ 10), δηλαδή, «μακάρι νὰ κυριαρχήσῃ στὴν καρδιά μας τὸ θέλημά Σου, ὅπως βασιλεύει καὶ στὸν οὐρανό».

Ὅταν εἴμαστε πρᾶοι, μποροῦμε νὰ κληρονομήσουμε τὴν γῆ. Στὴν ἀρχαιότητα ἡ γῆ ἦταν ἡ Χαναάν, ἡ Παλαιστίνη, τὴν ὁποία ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε στοὺς Ἑβραίους τὸν καιρὸ τῆς αἰχμαλωσίας. Ἡ γῆ ὅμως τὴν ὁποία ὁ Κύριος τώρα μᾶς ὑπόσχεται εἶναι ἡ «καινὴ γή», ἡ «καινὴ κτίσις» καὶ αὐτὴ ἡ «καινὴ κτίσις» μᾶς ἀποκαλύπτεται, ὅταν ἀκολουθοῦμε τοὺς Μακαρισμοὺς τοῦ Κυρίου.

«Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται»(Ματθ. ε’ 6). Ἐδῶ χρονίζοντες στὴν μέση τῶν Μακαρισμῶν, ὁ Κύριος ἀναμοχλεύει τὸν ζῆλο μας, λέγοντας ὅτι ἡ πεῖνα καὶ ἡ δίψα μας δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἐλαττωθοῦν, ἀλλιώς δὲν εἴμαστε γιὰ Ἐκεῖνον. Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ζῆλο. Ὁ Κύριος μᾶς ἀποκάλυψε τὴν ὁδὸν Του καὶ μᾶς ἀποκάλυψε καὶ τὸν δικό Του ζῆλο. Καὶ ὁ ζῆλος Του ἦταν νὰ ἐξαγνίσῃ τὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ νὰ «κτίσῃ καρδιὲς καθαρὲς» (Πρβλ. Ψάλ. ν’ 12) πού γνωρίζουν τὸν Κύριο, πού δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ τοὺς διδάξουν οἱ ἄλλοι «Οὐ μὴ διδάξωσιν ἕκαστος τὸν πολίτην αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, λέγων, γνῶθι τὸν Κύριον» (Εβρ. η’ 11), ἀλλὰ καρδιὲς πού ἤδη γνωρίζουν τὸν Κύριο. Ἡ ὁδὸς τοῦ Κυρίου εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὸν ζῆλο Του γιὰ τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ ζῆλος Του ἦταν τέτοιος, πού τελικὰ Τὸν κατέφαγε καὶ ὁ Κύριος τὸ θεωροῦσε αὐτὸ ὡς τὸ βάπτισμα μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐπρόκειτο νὰ περάσῃ γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸς ὁ ζῆλος τοῦ Κυρίου ἐκφράστηκε ἀκόμη καὶ μὲ ἐξωτερικὸ τρόπο, ὅταν καθάρισε τὸν Ναὸ καὶ προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῶν ἐχθρῶν Του καὶ ὅλη ἡ ὀργὴ καὶ ἡ κακία τῶν ἐχθρῶν Του ἔπεσε πάνω Του. Ὁ ζῆλος τοῦ Κυρίου νὰ οἰκοδομήσῃ, νὰ χτίσῃ τὸν ναό Του μέσα μας ἦταν τόσο μεγάλος, πού τελικὰ τὸν κατέφαγε μέχρι τέλους.

Πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ ἔχουμε αὐτὸν τὸν ζῆλο γιὰ τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Πρέπει πάντοτε νὰ διαφυλάττουμε αὐτὸν τὸν ναό -καὶ ὁ τρόπος γιὰ νὰ κάνουμε αὐτὸ εἶναι μέσα ἀπὸ τὴν νήψη, ὅπως εἴπαμε, ὥστε κανένας ἀλλότριος λογισμὸς νὰ μὴν μπορῇ νὰ κυριαρχήσῃ ἐκεῖ καὶ νὰ αἰχμαλωτίσῃ τὴν καρδιά. Δὲν φτάνει, ὅμως, νὰ μὴν ἔχουμε κακοὺς λογισμούς, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ἐργαζόμαστε λίγο-λίγο, μέρα μὲ τὴ μέρα, ὥστε νὰ συσσωρευθῇ στὴν καρδιά μας ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ παρηγοριὰ τοῦ Θεοῦ ἢ ὁ ἐξαγνισμὸς τοῦ ναοῦ τοῦ Κυρίου. Μέρα μὲ τὴ μέρα «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β’ Κορ. ζ’ 1). Ἐὰν ἔχουμε αὐτὸν τὸν ζῆλο, τότε παραμένουμε στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου. Ἐὰν ἔχουμε ταπείνωση καὶ ζῆλο, τότε ὅλες οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς μας κατευθύνονται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τότε χτίζουμε τὸν ναὸ τοῦ Κυρίου μέσα μας.

Ἀκόμη καὶ αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἀρκετό. Πρέπει νὰ φροντίσουμε τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ πού ὑπάρχει μέσα στοὺς ἄδελφούς μας καὶ νὰ κάνουμε ὅ,τι μᾶς εἶναι δυνατὸν γιὰ νὰ προστατέψουμε τὸ ναὸ αὐτὸν μέσα τους, νὰ μὴν προσβάλουμε μὲ κανέναν τρόπο τὸν ἀδελφό μας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω» (Α’ Κόρ. η’ 13). Ἐπειδὴ γνώριζε αὐτὸ τὸν ζῆλο καὶ φύλαγε καλὴ συνείδηση μὲ τοὺς ἀδελφούς του, λέει, γιατί νὰ φέρω πρόσκομμα στὸν ἀδελφό μου «δι’ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν» (Α’Κορ. η’ 11), γιατί νὰ προσβάλλω τὸν ἀδελφό μου καὶ νὰ τὸν ἐμποδίσω ἀπὸ τὸ νὰ χτίσῃ τὸν δικό του ναὸ στὴν καρδιά του;

Ἔτσι ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μας, κάθε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ, κατοικητήριον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τῆς ζωῆς μᾶς : νὰ χτίσουμε τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ νὰ τὸν διαφυλάξουμε ἀκόμα καὶ μέσα στοὺς ἀδελφούς μας, μὲ τὴν εὐγένεια, μὲ τὴν προσευχή, μὲ τὴν ἀγαθοεργία μας, ὁτιδήποτε προωθεῖ τὸ χτίσιμο τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα στοὺς ἀδελφούς μας, καὶ κατὰ ἕναν παράδοξο τρόπο αὐτὸ θὰ ἀντανακλᾶται καὶ σὲ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους.

Ἔτσι, ὅταν ἔχουμε μιὰ ἀρνητικὴ σκέψη γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας, αὐτὸ εἶναι μία ἐπίθεση – προσβολὴ κατὰ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ πού ὑπάρχει μέσα τους. Καὶ ὅταν κρατᾶμε μνησικακία ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ μας, αὐτὸ διατηρεῖ τὸ πνεῦμα τῆς κακίας μέσα μας καὶ διατηρεῖ τὴν ἀντίσταση στὴν οἰκοδόμηση τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅμως φοβερὸ νὰ ἀκούῃ κανεὶς τὸν λόγο τοῦ Κυρίου μέσῳ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «Εἴ τὶς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεὸς» (Α’Κορ. γ’ 17). Καθὼς δουλεύουμε μαζί, πρέπει νὰ εἴμαστε προσεκτικοὶ μεταξύ μας, ὥστε νὰ κάνουμε τὰ πάντα γιὰ νὰ χτίσουμε τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ ἐπίσης αὐτὸν τὸν ναὸ νὰ τὸν διαφυλάξουμε καὶ ἀκόμη καὶ νὰ προωθήσουμε τὴν οἰκοδομή του μέσα στοὺς ἀδελφούς μας. Ὅταν μᾶς ἔχουν προσβάλει μὲ κάτι, δὲν κερδίζουμε τίποτα μὲ τὸ νὰ ἀνταποδώσουμε τὴν προσβολή, ἐὰν ἀκούσουμε ἕναν κακὸ λόγο γιὰ ἐμᾶς καὶ ἀνταποδίδουμε ἄλλους πέντε κακοὺς λόγους ἢ ὅταν μᾶς κάνουν κριτικὴ καὶ δικαιολογούμαστε, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν οἰκοδομοῦμε τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ οὔτε σὲ μᾶς, ἀλλὰ οὔτε καὶ στοὺς ἀδελφούς μας. Ἀλλὰ ὅταν μᾶς προσβάλλουν καὶ ἐμεῖς ταπεινωνόμαστε γιὰ χάρη τῆς προστασίας τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ, τότε σίγουρα θὰ φέρουμε σὲ φιλότιμο τὸν ἀδελφό μας, ὥστε νὰ ἀρχίσῃ καὶ ἐκεῖνος νὰ ταπεινώνῃ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ἀναζητᾷ συμφιλίωση – καταλλαγὴ μὲ τὸν Θεό, νὰ ἀναζητᾷ μιὰ καλύτερη σχέση μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ καὶ νὰ μπορέσῃ τελικὰ νὰ οἰκοδομήσῃ καὶ αὐτὸς τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μέσα του.

Ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι πού μπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό. Ὁ πιὸ σημαντικὸς εἶναι τὸ νὰ προσευχόμαστε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον. Ὅταν ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὴν Λειτουργία, ὁ κάθε ἕνας ἔρχεται στὴν Λειτουργία μὲ μεγάλη ἀγωνία, ὥστε νὰ τὸν δεχθῇ ὁ Κύριος καὶ νὰ γίνῃ δεκτὸς σὲ αὐτὴν τὴν ἀνταλλαγὴ ζωῆς πού γίνεται μέσα στὴν Λειτουργία. Ἡ ἀγωνία μας εἶναι : «Θὰ μὲ δεχθεῖ ὁ Κύριος, ἐμένα πού εἶμαι τόσο ἀνάξιος;». Γιατί νὰ μὴν θυμηθοῦμε τοὺς ἀδελφοὺς μας πού περνᾶνε μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια ἀγωνία καὶ νὰ ποῦμε: «Κύριε, εὐλόγησον καὶ τὴν παράσταση τῶν ἀδελφῶν μου καὶ πλήρωσον τὰς καρδίας αὐτῶν μὲ τὰ δώματα τοῦ Πνεύματός Σου καὶ μὲ τὴν ἄφθαρτη παράκληση τῆς χάριτός Σου». Ἂν ἔχουμε τέτοιες διαθέσεις, ἡ ζωή μας θὰ αὐξάνει μὲ θαυμαστὸ τρόπο, θὰ «κτίζουμε τὴν ζωή», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Γέροντας. Ὁ Γέροντας συχνὰ θὰ τὸ ἐξέφραζε αὐτὸ μὲ ἕναν πολὺ γενικὸ τρόπο : «Νὰ κτίσουμε ζωή», καὶ ἐννοοῦσε τὴν οἰκοδομὴ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ μέσα στοὺς ἀδελφούς μας. Εἶναι πραγματικὰ θαυμάσιο, ὅταν ξέρουμε ὅτι ὁ ἀδελφός μας λειτουργεῖ ἢ προσέρχεται νὰ κοινωνήση, νὰ προσευχηθοῦμε ὥστε νὰ ἔχῃ μία εὐλογημένη παράσταση καὶ νὰ γίνῃ δεκτὸς ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἂν ἐπιθυμοῦμε αὐτὸ γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας, σίγουρα καὶ ἡ δική μας Θεία Μετάληψη θὰ εἰναι διαφορετική. Δοκιμάστε καὶ θὰ δεῖτε, θὰ εἶναι σὰν νὰ κοινωνεῖτε γιὰ πρώτη φορά. Ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε στὴν Λειτουργία καὶ βρισκόμαστε στὸ δωμάτιό μας λόγῳ κάποιας ἀσθένειας ἢ κάποιας ἐπείγουσας ἐργασίας καὶ προσευχόμαστε γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς μᾶς πού εἶναι στὴν Λειτουργία καὶ γιὰ τὸν Ἱερέα πού λειτουργεῖ, σᾶς λέω, θὰ λάβετε τὴν ἴδια χαρὰ καὶ τὴν ἴδια παρηγοριά, ὅπως καὶ οἱ ἀδελφοί σας μέσα στὴν Λειτουργία. Ἔτσι, πρέπει νὰ κάνουμε ὅ,τι εἶναι δυνατὸν γιὰ νὰ στηρίξουμε, νὰ διατηρήσουμε τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ.

Μέρα μὲ τὴ μέρα πρέπει νὰ κάνουμε καινούργια ἀρχή. Ἐὰν βάζουμε καινούργια ἀρχή, οἱ Πατέρες μας μᾶς διαβεβαιώνουν ὅτι βρισκόμαστε εἰς ὁδὸν σωτηρίας. Μιὰ νέα ἀρχὴ οἰκοδόμησης τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα μας, ἀλλὰ καὶ διαφύλαξης τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα στοὺς ἀδελφούς μας. Ὅταν κάνουμε ἔτσι, ἐκπληρώνουμε τὶς δύο μεγάλες ἐντολὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες κρέμονται τὰ πάντα: Τὸ νὰ ἀγαποῦμε τὸν Θεὸ δίνοντάς Του ὅλον τὸν χῶρο μέσα μας, καὶ νὰ ἀγαποῦμε τοὺς ἀδελφούς μας, συμβάλλοντας στὸ νὰ γίνῃ τὸ ἴδιο μέσα τους( δηλαδὴ νὰ δώσουν καὶ ἐκεῖνοι ὅλον τὸν χῶρο στὸν Θεό).

Ὅταν ἤμουν μικρὸ παιδί, ἄκουσα μιὰ γριὰ στὸ χωριό μας νὰ λέη στὸν γιό της : «Μὴν τὸ κάνεις αὐτό, ὄχι ἐπειδὴ εἶναι ἀνήθικο ἢ κακό, ἀλλὰ ἐπειδὴ φθείρεις τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ». Ἦταν ἁπλὴ γυναῖκα, ἀλλὰ ὁ νοὺς της ἦταν πολὺ θεολογικός: δὲν ἤθελε τὴν ἁμαρτία ἐπειδὴ ἡ ἁμαρτία φθείρει, καταστρέφει τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ. Πολὺ θεολογική, πολὺ εὐαγγελική! Ἐνῷ, ἂν ποῦμε ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι ἀνήθικο, ἀντικοινωνικὸ ἢ κάτι κακὸ κλπ. θὰ ὑπάρχη πάντοτε ἕνα ἐνάντιο ἐπιχείρημα σὲ ὅλα αὐτά. Ὅταν ὅμως βάλουμε τὸν νοῦ μας στὴν οἰκοδομὴ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ εἶναι τόσο ἀληθινό, τόσο πραγματικὸ καὶ αἰώνιο πού δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξη ἀντίλογος.

Ὁ Κύριος ἐπετέλεσε μία παγκόσμια νίκη κατὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ κατὰ τοῦ θανάτου – αὐτοὺς τοὺς δύο ἐχθροὺς τῆς ἀνθρωπότητας. Ἐπετέλεσε αὐτὴν τὴν νίκη μὲ ἕναν παράδοξο τρόπο: οἱ ἐπιθέσεις (προσβολὲς) καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ ἐχθροῦ, ὅπως λέει ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, συνέτριψαν τὸν Κύριο. Ἐὰν ἦταν δυνατόν, ὁ ἐχθρὸς θὰ συνέτριβε ἀκόμη καὶ τὰ ὀστᾶ του. Γιὰ χάρη μας ὁ Κύριος ἔγινε ὅλος μιὰ πληγή, ἀπὸ τὴν κορυφὴ ὡς τὰ ἄκρα τῶν ποδῶν Του, ἔτσι πού νὰ μὴν ὑπάρχη τόπος γιὰ νὰ μπῇ ἐπίδεσμος πάνω Του, λέει ὁ Ἠσαΐας (Βλ. Ἠσαΐα 1, 6). Διέκρινε ὁ Προφήτης μὲ ἕναν τόσο ρεαλιστικὸ τρόπο τὸ τραγικὸ γεγονὸς τῆς θυσίας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ὅλη ἡ σκαιότητα τοῦ κακοῦ πού εἶχε συσσωρευθῇ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς πτώσεως τοῦ Ἑωσφόρου μέχρι τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, ἔπεσε πάνω στὸν Κύριο. Καὶ ὁ Κύριος ἔσκυψε κάτω ἀπὸ αὐτὸ τὸ κῦμα χωρὶς νὰ ἀντισταθῇ. Τὰ ἀποδέχτηκε ὅλα γιὰ χάρη μας, ἐπειδὴ «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν» (Ιω. γ’ 16). Ἀναδύθηκε πίσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ κῦμα, ἐγηγερμένος ἐκ νεκρῶν, καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ὅταν ἕνας πειρασμὸς ξεσηκώνεται ἐναντίον μας, εἴτε ἀπὸ ἕναν ἀδελφό, εἴτε ἀπὸ μία ἀσθένεια ἢ ἀπὸ κάτι ἄλλο, καὶ ἐμεῖς ταπεινώνουμε τοὺς ἑαυτούς μας στερεώνοντας τὸ βλέμμα μας σὲ Ἐκεῖνον πού πορεύθηκε αὐτὴν τὴν ὁδὸ πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς ἐλεήση, καὶ πηγαίνουμε κάτω ἀπὸ τὸ κῦμα, τότε θὰ ἀναδυθοῦμε ἀβλαβεῖς ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ κύματος, δηλαδὴ θὰ γίνουμε μέτοχοι τῆς νίκης τοῦ Κυρίου.

Ἀληθινὰ μεγάλος, λοιπόν, δὲν εἶναι ἐκεῖνος πού δείχνει τὴν δύναμή του, βάζει τὸν «ἀντίπαλό» του στὴ θέση του καὶ ἀφήνει τὸν ἐγωϊσμό του νὰ κυριαρχῇ. Αὐτὸ δὲν εἶναι νίκη γιατί τὸ κακὸ γίνεται διπλό, τριπλὸ καὶ πολλαπλασιάζεται. Ἡ ἀληθινὴ νίκη εἶναι νὰ μποροῦμε νὰ σκύψουμε κάτω καὶ νὰ ἀναδυθοῦμε ἀπὸ πίσω, μέτοχοι τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ νίκη. Τὸ ἔχουμε δεὶ αὐτὸ πολλὲς φορὲς στὶς διηγήσεις τῶν Πατέρων. Στὸν ἅγιο Ἀββᾶ Δωρόθεο διαβάζουμε ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς συμμοναστές του, πού ἔμενε πάνω ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Δωρόθεο, ἔριχνε πάνω του τὰ οὖρα του καὶ τίναζε τὶς κουβέρτες του πού ἦταν γεμᾶτες κοριούς. Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος ὅπως ἦταν κουρασμένος ἀπὸ τὶς δουλειὲς πού ἔκανε γιὰ τὴ Μονή, κοιμόταν τὴν νύχταν ἀλλὰ τὸ πρωΐ ἔβρισκε τὸν ἑαυτό του τσιμπημένο παντοῦ ἀπὸ τοὺς κοριοὺς πού εἶχε ρίξει ὁ συμμοναστής του πάνω του. Καὶ ποτέ του δὲν εἶπε κουβέντα σὲ αὐτὸν τὸν μοναχό, γιὰ νὰ μὴν ταράξη τὴν συνείδησή του. Ἐκεῖνος ὁ μοναχός, ὄντας ἁπλὸς καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζη ἀκριβῶς τί ἔκανε, ἴσως νὰ σώθηκε μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ Ἀββᾶ Δωροθέου. Καὶ ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος εἶναι ζωντανὸς καὶ δοξασμένος σὲ ὅλη τὴν αἰωνιότητα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμεῖς τὸν τιμοῦμε ὡς Διδάσκαλο καὶ Πατέρα μας.

Στοὺς Πατέρες τῆς ἐρήμου βρίσκουμε πολλὰ τέτοια παραδείγματα. Ἔβγαιναν νικητὲς ὅταν, ἐνῷ τοὺς ράπιζαν “ἐπὶ τὴν δεξιὰ σιαγόνα» (Βλ. Μάτθ. ε’, 39) αὐτοὶ ἔστρεφαν καὶ τὴν ἀριστερὴ χωρὶς νὰ ἀνταποδίδουν τὸ κακό. Νίκη γιὰ αὐτοὺς ἦταν τὸ νὰ ἀντιδράσουν μὲ ταπείνωση καὶ νὰ μὴν ἀνταποδώσουν τὸ κακό. Ὁ θυμὸς εἶναι σὰν νὰ ἀνάβη κανεὶς μιὰ φωτιά, ὅπως μᾶς λένε οἱ Πατέρες μας. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες λένε ὅτι ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ νὰ δικαιολογοῦμε τὸν ἑαυτό μας – πόσο μᾶλλον ὅταν ἀνταποδίδουμε τὸ κακό – σημαίνει ὅτι μισοῦμε τὴν ψυχή μας, ἐπειδή, ὅταν δικαιολογούμαστε καὶ ὑπερασπιζόμαστε τὰ δικαιώματά μας, χάνουμε τὴν εὐκαιρία πού μᾶς δίδεται νὰ ἀποκτήσουμε μιὰ νίκη γιὰ τὴν ψυχή μας. Ὅπως λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «διατὶ οὐχὶ μᾶλλον ἀδικεῖσθε; διατὶ οὐχι μᾶλλον ἀποστερεῖσθε;» (Α’ Κόρ. στ’, 7). Γιατί ἔτσι θὰ γίνετε μέτοχοι τῆς νίκης τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅτι: «Ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζὼν εἰμὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (Αποκ. α’ 18).

Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς γιὰ κάθε νίκη, νὰ μὴν δικαιολογούμαστε, ἀλλὰ πάντοτε νὰ ταπεινώνουμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ βγαίνουμε νικητές. Ἅς εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι νὰ ζητήσουμε συγνώμη, ἀκόμη καὶ ὅταν νομίζουμε ὅτι δὲν φταῖμε καὶ τόσο πολύ, γιατί εἶμαι βέβαιος ὅτι αὐτὸ θὰ φέρη τὸν ἀδελφό μας σὲ φιλότιμο καὶ θὰ τὸν κάνη νὰ ὑπολογίση σοβαρὰ καὶ ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ βρῇ τὴν δύναμη νὰ ἀρχίση καὶ αὐτὸς νὰ κτίζῇ τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μέσα του. Ἀληθινὴ νίκη εἶναι νὰ μάθουμε ταπείνωση καὶ ὅλα ὅσα κάνουμε στὴν μοναχικὴ ζωὴ ἀποσκοποῦν στὸ νὰ δράμουμε τὴν ταπεινὴ ὁδὸ τοῦ Κυρίου, ἐπειδὴ «ἐν τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ ἡ κρίσις αὐτοῦ ἤρθη» (Ἠσ. νγ’ 8), δηλαδή, μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωσή Του ὁ Κύριος ἔφερε τὴ νίκη.

Ἐὰν ἀγαποῦμε τὴν ἀθάνατη ψυχή μας – καὶ ὄχι τὸ κακὸ πού ἔχει γίνει ψυχή μας, τὸ ὁποῖο θὰ ἔπρεπε νὰ μισοῦμε – τότε δὲν πρέπει ποτὲ νὰ δικαιολογούμαστε, ἀλλὰ πάντοτε νὰ μεμφόμαστε τοὺς ἑαυτούς μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ κάνοντας αὐτὸ ἐκπληρώνουμε ὅλες τὶς ἐντολές. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ὅταν ποιήσετε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρείοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λούκ. ιζ’ 10).

Μόνον ὅταν ἔνεργοῦμέ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀνοίγουμε χῶρο γιὰ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐργαστῇ μέσα μας. Ἡ ἀρχὴ εἶναι πάντοτε δύσκολη, ὅταν ὅμως δείξουμε ἐπιμονὴ στὸ ξεκίνημα, τότε ἔρχεται ἡ παράκληση τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴ ἡ παράκληση κάνει τὴν δουλειὰ γιὰ ἐμᾶς καὶ γίνεται εὔκολη ἡ ὁδός, τότε γνωρίζουμε μεγάλη ἀνάπαυση, μεγάλη παρηγοριὰ σὲ αὐτὴν τὴν ὁδὸ γιατί τότε πραγματικὰ ἀρχίζουμε νὰ γινόμαστε «διδακτοὶ θεοῦ» (Ιω. στ’ 45).

Ἐρώτηση: Πάτερ, σὲ περίπτωση ἀσθένειας πῶς πηγαίνει κάποιος κάτω ἀπὸ τὸ κῦμα;

Ἀπάντηση: Μὲ τὸ νὰ λέμε στὸν Κύριο: «Κύριε, γνωρίζω πώς εἶσαι ἀγαθὸς καὶ ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθοῦ καὶ ἂν Ἐσὺ ἐπέτρεψες νὰ μὲ βρῇ αὐτὴ ἡ ἀσθένεια, αὐτὸ σημαίνει πώς εἶναι γιὰ τὸ καλό μου. Ἀλλὰ ὅμως, ἐπειδὴ εἶμαι τυφλός, βοήθησέ με νὰ δὼ πῶς θὰ βρῶ αὐτὸ πού εἶναι καλὸ γιὰ ἐμένα, βοήθησέ με νὰ μάθω ταπείνωση, ὥστε νὰ ἀποκτήσω τὴν χάρη Σου, καὶ ἡ δική Σου χάρη θὰ σκεπάση τὴν ἀσθένειά μου καὶ ἀκόμη θὰ ἀναπληρώση τὰ ὑστερήματά μου».

Πολλὲς φορές, ἐὰν ταπεινωθοῦμε, μπορεῖ νὰ μὴν γίνουμε καλά, ἀλλὰ ὅμως ἡ παρηγοριὰ πού θὰ λάβουμε θὰ μᾶς ἀνεβάση πάνω ἀπὸ τὴν ἀσθένειά μας, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ νίκη.

Ἐὰν μετατρέπουμε τὴν ἀσθένειά μας σὲ γιορτή, ἔχουμε τὴν ἄφθαρτη παρηγοριὰ τοῦ Θεοῦ πού μᾶς σκεπάζει καὶ αὐτὸ εἶναι «κρεῖσσον ὑπὲρ ζωὰς» (Πρβλ. Ψάλ. ξδ’ 4). Ἔτσι, πρέπει πάντοτε νὰ μαθαίνουμε νὰ μεμφόμαστε τοὺς ἑαυτούς μας ὅτι πάνω ἀπὸ ὅλα μᾶς ἀξίζει αὐτὴ ἡ ἀσθένεια πού μᾶς βρῆκε, ὅτι ἴσως ὁ Θεὸς τὸ ἐπέτρεψε γιὰ νὰ μᾶς διδάξη κάτι καινούργιο, νὰ μᾶς θυμίση τὴν ταπεινὴ ὁδὸ πού θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε στὴν ζωή μας. Πρέπει νὰ πιστεύουμε πώς εἶναι γιὰ τὸ καλό μας καὶ ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν τὸ βλέπουμε αὐτό, πρέπει νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς τὸ δείχνῃ. Ὁ Θεός, ὅμως, πάντα παραμένει εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας (Βλ. Ιὼβ α’ 21), ὅπως συνήθιζε νὰ μᾶς διδάσκῃ ὁ Γέροντας. Αὐτὴ εἶναι μία σταθερὰ στὴ ζωή μας, ὅτι ὁ Θεὸς παραμένει εὐλογητὸς ἐπειδὴ εἶναι ἀγαθός. Κρατᾶμε αὐτὴν τὴν σταθερὰ ὡς ἕνα στῦλο τῆς ζωῆς μας καὶ περιστρεφόμαστε γύρω του, μέχρι νὰ δοῦμε τὸ καλὸ πού βγαίνει ἀπὸ τὴν ἀσθένειά μας.

Μερικὲς φορὲς φοβόμαστε νὰ μιλήσουμε, ὅμως ἂν μελετήσουμε τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου, θὰ δοῦμε τί ὑπέφερε Ἐκεῖνος σὲ αὐτὴν τὴν ὁδό, καὶ θὰ δοῦμε καὶ ὅλα ὅσα εἶναι πολύτιμα στὰ μάτια τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸ τὸ νὰ πάσχῃ κανεὶς μὲ καλὴ συνείδηση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δηλαδή, γιὰ χάρη τῶν ἐντολῶν Του, ἔχει μεγάλη δόξα, λέει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος (Α’Πετ. α’ 20) Κάθε εἴδους πάθημα ὅμως μπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτὸ μὲ τρόπο σύμφωνο πρὸς τὶς ἐντολές Του, ἐὰν ταπεινώνουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ὁπότε καὶ θὰ λάβουμε μεγαλύτερη δόξα.

Αὐτὸ πού πραγματικὰ ὅμως ἤθελα νὰ πὼ εἶναι: Νὰ θυμόμαστε ὅτι εἴμαστε ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ πώς ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ κτίσουμε αὐτὸν τὸν ναὸ μέσα μας. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι μόνον τὸ μισὸ τοῦ πράγματος. Τὸ ἄλλο μισὸ εἶναι νὰ βοηθήσουμε τοὺς ἀδελφούς μας καὶ νὰ ἔχουμε τέτοια συναναστροφὴ μαζί τους, ὥστε νὰ στηρίζουμε καὶ νὰ διαφυλάττουμε τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μέσα τους. Ὅλο αὐτὸ γιὰ νὰ γίνῃ πρέπει νὰ φυλάττουμε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου, ἐπειδὴ τὰ λόγια Του καὶ οἱ ἐντολές Του προέρχονται ἀπὸ τὸ ταπεινὸ Πνεῦμα καὶ ἡ ταπείνωση φέρνει τὴν χάρη πού κάνει τὰ πάντα γιὰ ἐμᾶς.

Σὲ ὅλα τὰ ἀναγνώσματα τῶν Εὐαγγελίων τῶν Κυριακῶν πρὶν τὴν Μεγάλη Σαρακοστή -τοῦ Τελώνη καὶ τοῦ Φαρισαίου, τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, τῶν Ταλάντων, τῆς Κυριακῆς τῆς Κρίσεως- βλέπουμε ὅτι ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα χωρίζεται σὲ δύο κατηγορίες: σὲ ἐκείνους πού δικαιώνουν τοὺς ἑαυτούς τους καὶ σὲ ἐκείνους πού μέμφονται τοὺς ἑαυτούς τους καὶ παίρνουν τὸ πταῖσμα ἐπάνω τους. Ἐκεῖνοι πού μποροῦν νὰ μεμφθοῦν τοὺς ἑαυτούς τους στέκουν μὲ τόλμη ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ὅπως γιὰ παράδειγμα αὐτοὶ πού ἐργάστηκαν μὲ ἐπιμέλεια τὰ τάλαντα πού τοὺς δόθηκαν εἶπαν: «Κύριε, ἰδού…», καὶ ὁ Κύριος τοὺς δόξασε, ἀλλὰ ἀντίθετα καταδίκασε ἐκείνους πού δικαίωναν τοὺς ἑαυτούς τους.

Αὐτὲς εἶναι οἱ δύο στάσεις πού βρίσκουμε στὶς δύο κατηγορίες τῆς ἀνθρωπότητας, οἱ ὁποῖες μᾶς συνοδεύουν καὶ μετὰ τὸν τάφο.

Ἅς ἐπιλέξουμε τὴν ἀγαθὴ στάση.

Συγχωρέστε με.

Ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα “Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση” Μάϊος 2013

Περισσότερα Άρθρα …

  1. Το φαινόμενο της εκρηκτικής στροφής των Αμερικανών προς την Ορθοδοξία και οι προκλήσεις που αναδύονται: Ελλοχεύει κινδύνους;
  2. Ο Στυλιανός Κεμεντζετζίδης -Θεολόγος-Συγγραφέας- μιλάει με τον Κλείτο Ιωαννίδη για τον Άγιο Δημήτριο Γκαγκαστάθη
  3. Η πνευματική πατρότητα είναι μια συνοδοιπορία και εν Χριστώ παιδαγωγία για τη σωτηρία του ανθρώπου.
  4. Κάναμε εὐτυχέστερη τήν ζωή μας μέ τήν ἐξέλιξη τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας;
  5. ΘΥΜΩΜΕΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
  6. Νὰ μελετοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ
  7. Στοὺς μεγαλύτερούς μου πειρασμοὺς - Άγιος Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής
  8. Ὁ ἄνθρωπος κατὰ Παπαδιαμάντη, Ντοστογιέφσκυ

Σελίδα 2 από 489

  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10
  1. Ανθολόγιο

Επικοινωνία

Διεύθυνση Μεγάλου Ναού: Δανάης 1, Έγκωμη, 2408, Λευκωσία

Διεύθυνση Μικρού Ναού: Αγίου Νικολάου 1, Έγκωμη, 2408, Λευκωσία

Τηλέφωνο: 22355300

Fax: 22590969

Email: agiosnikolaosengomis@gmail.com

Σύντομες Προσευχές

Ευχή εις τον φύλακα Άγγελον
Προσευχή του Αγίου Μακάριου του Αιγύπτιου
Προσευχή των Πατέρων της Όπτινα
Προσευχή του Όσιου Παΐσιου - Στήριξέ με Κύριε
Κύριε των Δυνάμεων
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου
Η προσευχή της αγάπης

Υμνωδίες

Αγνή Παρθένε
Η ευχούλα
Κύριε των Δυνάμεων
Ανοίξτε μου την Εκκλησιά
Άνοιξη (ψαλτοτράγουδο)
Επιστροφή (ψαλτοτράγουδο)

Χρήσιμοι Συνδέσμοι

Εκκλησία της Κύπρου
Αποστολική Διακονία της Ελλάδος
Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού
"Νήσος Αγίων" Πύλη Εκκλησιαστικής Επικαιρότητας Κύπρου
"Παντοκράτωρ" Ιστοχώρος Διανομής Ορθόδοξου Πνευματικού Υλικού
Διαδικτυακό Περιοδικό "Πεμπτουσία"
Ι. Ν. Ζωοδόχου Πηγής, Μυτιλήνης
Ρομφαία

Copyright © 2009-2025. Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Έγκωμης. All Rights Reserved.
Powered by Νήσος Αγίων